ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ |
Eκδόσεις
![]() Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας - Ρέθυμνο, 10-13.12.2008 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, ΑΘΗΝΑ 2012
Tα πρακτικά είναι διαθέσιμα (σε μορφή αρχείου .pdf) στη σελίδα Το Συνέδριο 2008 Τα πρακτικά δεν φέρουν ακόμη ISBN.
![]() Τρίτομο συλλογικό έργο με την επιστημονική επιμέλεια του Θανάση Καλαφάτη και του Ευάγγελου Πρόντζα. Σύμβουλος έκδοσης είναι ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς, ενώ συγγραφείς των κεφαλαίων είναι οι: Αναστάσιος Γιαννίτσης, Σάκης Γκέκας, Ζαχαρίας Δεμαθάς, Χρήστος Δεσύλλας, Μαργαρίτα Δρίτσα, Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Βασίλης Καρδάσης, Σοφία Λαζαρέτου, Γιώργος Μητροφάνης, Θεοφάνης Πάκος, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Παναγιώτης Πετράκης, Φίλιππος Σαχινίδης, Μαρία Συναρέλλη, Στάθης Τσοτσορός, Τζελίνα Χαρλαύτη. Η επιβλητική αυτή έκδοση έρχεται σε συνέχεια της συλλογικής δίτομης Ελληνικής οικονομικής ιστορίας, ΙΕ-ΙΘ΄αιώνας (επιμ. Σπ. Ασδραχάς, ΠΙΟΠ, Αθήνα 2003).
![]() Πέντε διακεκριμένοι μελετητές αφιέρωσαν δέκα χρόνια σ' αυτό το συλλογικό εγχείρημα, που ξεπερνάει τις χίλιες σελίδες, με έναν φιλόδοξο στόχο: να παρουσιάσουν σφαιρικά όσο και διεξοδικά την κοινωνική και οικονομική ιστορία των οθωμανικών περιοχών, από τις απαρχές της αυτοκρατορίας, γύρω στο 1300, μέχρι τις παραμονές της κατάρρευσής της κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
![]() Τα μοναστήρια, ένας κατεξοχήν θεσμός του μεσαίωνα που παρέμεινε στους νεώτερους χρόνους, επιβιώνοντας μέχρι σήμερα, αποτελούν ένα σημαντικό πεδίο έρευνας για την κοινωνική ιστορία: έχοντας διαφυλάξει σε πολλές περιπτώσεις σπουδαία αρχεία και υλικά κατάλοιπα, τα μοναστήρια μπορούν να μελετηθούν τόσο ως θεσμοί ή κτίρια καθεαυτά, όσο και σε ό,τι αφορά το οικονομικό υπόβαθρο της λειτουργίας τους καθώς και τις σχέσεις τους με την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Στον παρόντα συλλογικό τόμο, ο ιστοριογραφικός στόχος είναι να αναδειχθεί η οικονομική και πολιτική φυσιογνωμία των μοναστηριακών θεσμών, σε μια συγκριτική προσέγγισή τους από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, σε ένα γεωγραφικό εύρος που εκτείνεται από τη μεσαιωνική Δύση στο Βυζάντιο, τη λατινική Ανατολή και την οθωμανική αυτοκρατορία των πρώιμων νεώτερων χρόνων, ως το σύγχρονο ελληνικό κράτος στα Βαλκάνια. Ο τόμος συγκεντρώνει τις εισηγήσεις στην επιστημονική συνάντηση που διοργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης μεταξύ 17-19 Δεκεμβρίου 2009 στο Ρέθυμνο.
Περιεχόμενα Ελένη Σακελλαρίου, Τα μοναστήρια στη μεσαιωνική Δύση: η σχέση τους με την πολιτική και την οικονομία (8ος-11ος αι.) Αγλαΐα Κάσδαγλη, Nihil sub sole novum – ουδέν καινόν υπό τον ήλιον. Σκέψεις περί την ιστοριογραφία με αφορμή τους Κιστερκιανούς μοναχούς κατά τον κεντρικό Μεσαίωνα Κωστής Σμυρλής, Τα μοναστήρια στο ύστερο Βυζάντιο: οικονομικός ρόλος και σχέσεις με το κράτος (13ος-15ος αι.) Μαρίνα Κουμανούδη, Όψεις του δυτικού μοναχισμού στην ελληνολατινική Ανατολή κατά το Μεσαίωνα Όλγα Γκράτζιου, Όσοι πιστοί προσέλθετε… Προσκυνήματα για αμφότερα τα δόγματα σε μοναστήρια της Κρήτης κατά τη βενετική περίοδο Νίκος Καραπιδάκης, Από την ευλάβεια στην οικονομική διαχείριση: ναοί, μονές και ευαγή ιδρύματα στην Κέρκυρα (16ος-18ος αι.) Ελισάβετ Ζαχαριάδου, Η ασφάλεια των ναυτιλλομένων στο Αιγαίο και τα μοναστήρια Φωκίων Κοτζαγεώργης, Τα μοναστήρια ως οθωμανικές τοπικές ελίτ Δημήτρης Δημητρόπουλος, Χριστιανικές μονές και περιφερειακές οθωμανικές αρχές: όψεις των τοπικών σχέσεων προστασίας Σοφία Λαΐου, Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο Ιωάννης Χ. Αλεξανδρόπουλος, Χριστιανικές προσηλώσεις και ισλαμικά αφιερώματα: οι γκρίζες ζώνες της ορθόδοξης μοναστηριακής γαιοκτησίας Ηλίας Κολοβός, Ορθόδοξα μοναστήρια και δερβίσικοι τεκέδες: προς μια συγκριτική προσέγγιση του οικονομικού και πολιτικού τους ρόλου στην οθωμανική κοινωνία Τάσος Αναστασιάδης, (Αν)ίερη γη: ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος
![]() Το βιβλίο αποτελεί έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου της Χιονίδου Famine and death in occupied Greece, 1941-1944, Cambridge University Ρress, 2006. Μέσα από την οπτική της ιστορικής δημογραφίας και χρησιμοποιώντας μια διεπιστημονική μεθοδολογία, η Βιολέττα Χιονίδου εξετάζει το ζήτημα της πείνας στην Κατοχή, σε μια μελέτη που βρίσκεται σε διάλογο με τη διεθνή βιβλιογραφία. Με τα νέα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη, αναδιαμορφώνεται η εικόνα για τον επισιτισμό στη διάρκεια της Κατοχής, επισημαίνονται οι κοινωνικές και γεωγραφικές διαφοροποιήσεις της επισιτιστικής κρίσης, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην πολιτική χρήση της πείνας από τις πολιτικές δυνάμεις και τις δυνάμεις κατοχής. ![]() Ο «Ισχνός Καπιταλισμός» αποτελεί συλλογή επιστημονικών μελετών που αφορούν στην ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και κυρίως η πόλη της Νάουσας που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός δεν εμφανίστηκε αρχικά, ούτε κατ’ εξοχήν, εκεί που θα περίμενε κανείς, δηλαδή στην Θεσσαλονίκη. Απεναντίας, η μακεδονική επαρχία, και η συγκεκριμένα η περιοχή του Βερμίου, αποτέλεσε την πλέον δυναμική εστία βιομηχανικής ανάπτυξης κατά την ύστερη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται τέσσερις μελέτες: - Βιομηχανική ανάπτυξη και κοινωνικός μετασχηματισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Κώτσας Λαπαβίτσας) - Η ύπαιθρος της Μακεδονίας από την οθωμανική στην ελληνική εξουσία (1900-1920) (Σωκράτης Δ. Πετμεζάς) - Η οθωμανική βιοτεχνία, 1812-1914 (Ντόναλντ Κουάτερτ) - Οθωμανική αποβιομηχάνιση, 1800-1913: Μια αποτίμηση της έκτασης, των επιπτώσεων και των αντιδράσεων (Σεβκέτ Παμούκ, Τζέφρεϋ Γουίλιαμσον) Οι μελέτες αντιπροσωπεύουν σύγχρονες τάσεις στην οικονομική ιστοριογραφία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
![]() Τα κείμενα του τόμου συγκροτούν μια ενότητα που εξυπηρετούν τον ίδιο ερευνητικό σκοπό: την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι Έλληνες οικονομολόγοι του 19ου και του 20ου αιώνα ανέλυσαν ζητήματα οικονομικής πολιτικής της εποχής τους διατυπώνοντας εναλλακτικές προτάσεις για την άρση αδιεξόδων και την χάραξη νέων δρόμων για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Κριτική: Μιχάλης Ζουμπουλάκης, «Η ξένη βοήθεια, ιστορικά, παράγων εκσυγχρονισμού», The Athens Review of Books, τχ. 11, Οκτώβριος 2010.
![]() Η παρουσία των ελληνικών οικογενειακών επιχειρήσεων στον ευρωπαϊκό κόσμο του 19ου και του 20ου αιώνα, η σχέση της οικογένειας με την επιχείρηση και την επιχειρηματικότητα, η παραγωγικότητα, τα πλεονεκτήματα αλλά και τα όρια των οικονομικών δραστηριοτήτων αυτού του τύπου αναδύονται μέσα από μια μελέτη που συνδέει αριστοτεχνικά το ιδιωτικό με το δημόσιο. Περίπου τριάντα χρόνια χωρίζουν τις δύο φωτογραφίες, η μία έχει τραβηχτεί στην Μυτιλήνη γύρω στα 1880 και η άλλη στο Ταϊγάνιο της Αζοφικής το 1910. Ο φωτογραφικός φακός αιχμαλωτίζει την πρώτη και τη δεύτερη γενιά των αδερφών Σιφναίων, μιας ισχυρής οικογένειας εμπόρων, επιχειρηματιών και κτηματιών της Μυτιλήνης που με αφητερία το νησί τους άπλωσαν την εμπορική και επιχειρηματική τους δραστηριότητα στη Ρωσία, την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα.
Απο αριστερά Φωτο 1: Αδερφοί Σιφναίου 1880, Φωτο 2: Αδερφοί Σιφναίου 1910 Πολλά θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος για τις δύο φωτογραφίες. Η παρουσία των αδερφών χωρίς τα μέλη των οικογενειών τους, το «στήσιμο» μπροστά στο φακό, το ύφος, το ντεκόρ, τα ρούχα, τα μαλλιά, τα μουστάκια, τα χέρια, όλα τα επιμέρους συστατικά της συνολικής εικόνας που αποπνέουν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο μια ενδιαφέρουσας συζήτησης. Οι φωτογραφίες άλλωστε «φωτογραφίζουν» με ενάργεια όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά μια εποχή και ένα αστικό κοινωνικό στρώμα που διαμορφώνεται στην ελληνική- υπό οθωμανική κυριαρχία επαρχία και αναζητά τους τρόπους δυναμικής εισόδου του στο ρευστό περιβάλλον που επικρατεί στις δυτικές ακτές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εδώ όμως θα ήθελα να σταθώ σε κάτι άλλο εύγλωττο, μα σιωπηλό: στο βλέμμα των ανθρώπων. Στην παλαιότερη φωτογραφία η πρώτη γενιά των Σιφναίων κοιτούν όλοι αγέρωχα και στιβαρά τον φακό απευθείας, κατάματα. Στην μεταγενέστερη, η η δύναμη και η σοβαρότητα της οικογένειας που συμπαρατάσσεται στο φωτογραφικό κάδρο αναδύεται και πάλι, κάθε μέλος της δεύτερης γενιάς της οικογένειας κοιτάει αλλού. Η διαφοροποίηση αυτή εικογραφεί, έστω και παραπλανητικά, μια πραγματικότητα: η εξασφάλιση της ευημερίας για την πρώτη γενιά μιας οικογενειακής επιχείρησης προϋπέθετε προσύλωση σε ένα κοινό όνειρο. Στη δεύτερη γενιά ο στόχος αυτός μπορούσε να εμπλουτιστεί με αποκλίνουσες στοχεύσεις των μελών της, που οδηγούσε πλέον σταδιακά στούς τρίτης γενιάς απογόνους σε διαφορετικά προσωπικά δρομολόγια. Η συγγραφέας στην άρτια και με ευαισθησία εικονογραφημένη μελέτη της που εξέδωσε το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών αξιοποίησε το πλούσιο οικογενειακό αρχείο της οικογένειας Σιφναίου, της οποίας και η ίδια είναι γόνος. Η συγγραφική εμπλοκή κάποιου με την ιστορία της δικής του οικογένειας, νομίζω αποτελεί άσκηση ισορροπίας. Ακόμη περισσότερο όμως, όταν ο συγγραφέας είναι ιστορικός ακροβατεί στην κόψη του ξυραφιού, διότι οφείλει να διαχειριστεί την οικογενειακή μυθολογία και να υποτάξει τα αισθήματά του στους κανόνες της τέχνης του. Η Ευριδίκη Σιφναίου πέτυχε νομίζω στο βιβλίο της την αναγκαία αποστασιοποίηση, από την άλλη όμως αξιοποίησε την βαθειά γνώση που της παρέχει η οικογενειακή μνήμη, η βιωματική γνώση των προσώπων, των λεπτομερειών του βίου τους, των λεπτών αποχρώσεων και των αρωμάτων του περιβάλλοντος που έζησαν, χαρίζοντας μας ένα βιβλίο ανοικτό σε πολλαπλές αναγνώσεις.
Παρουσίαση: Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Με δύναμη από την Μυτιλήνη», Τα Νέα /Βιβλιοδρόμιο, 31/07/2010
![]() Επανέκδοση της μελέτης του 1986 που είχε εκδοθεί από το Ιστορικό Αρχείο της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδας, η μελέτη αυτή γραμμένη με τα εργαλεία της εποχής της, στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, «την εποχή που κυριαρχούσε στο στερέωμα η γαλλική ιστοριογραφία (…) και ειδικότερα η οικονομική και κοινωνική ιστορία, που επιδίωκε να εντάσσει σχεδόν αξεδιάλυτα το οικονομικό μέσα στο κοινωνικό», επιχειρεί να απαντήσει σε κεντρικά ερωτήματα της ελληνικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης: Πώς οροθετείται στο χρόνο η ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας, ποια είναι τα ορόσημα και οι ρυθμοί της, ποιες οι κατακτήσεις και τα πισωγυρίσματα της;
«Το πρώτο μέλημα ήταν να αναζητηθούν τα μεγέθη και οι μεταβολές τους στο χρόνο, να προσεγγιστεί η ιστορική πραγματικότητα σε αριθμούς, όσο αυτό ήταν δυνατόν, να προσεγγιστούν οι διαφορετικές φάσεις και τα κρίσιμα σημεία καμπής. Αναπόφευκτα, η αντίστροφη πορεία στο χρόνο οδήγησε στην αρχή και η μελέτη εστίασε την προσοχή της στα πρώτα βήματα της ελληνικής βιομηχανίας που τοποθετούνται στο τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα. Αν όμως τα χρονικά όρια περιορίστηκαν, η θεματική χρειάστηκε να διευρυνθεί, και τα ερωτήματα για τη γέννηση και την εξέλιξη της βιομηχανίας να οργανωθούν σε προβληματισμό για τη διαδικασία εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα. Χρειάστηκαν αναδρομές σε χρόνους πιο μακρινούς και αλλεπάλληλες εκτροπές σε άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, και ιδιαίτερα στον αγροτικό. (…) Η μελέτη επιχειρεί να οργανώσει το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό, ώστε να του δώσει τη μορφή μιας πρώτης, απαραίτητης, ποσοτικής υποδομής για την ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας, να σκιαγραφήσει τις γενικές γραμμές της εξέλιξης της κατά τις πρώτες δεκαετίες της ζωής της, και να προτείνει ένα πλαίσιο για τη διερεύνηση του ευρύτερου φαινομένου της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα» (από τον πρόλογο στην α΄ έκδοση). Παρά τα χρόνια που μεσολάβησαν από την α΄ έκδοση, η συγκεκριμένη μελέτη παραμένει αναγκαία για την κατανόηση του ελληνικού 19ου αιώνα. Στην επανέκδοση έχει προστεθεί νέος πυκνός πρόλογος, στον οποίο εξετάζονται τα νοητικά πλαίσια παραγωγής του ιστοριογραφικού έργου αλλά και η "αδιαπραγμάτευτη ιδιαιτερότητα της ιστοριογραφίας". ![]() Στο βιβλίο επιχειρείται μια ολοκληρωμένη καταγραφή και αποτίμηση της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα την πρώτη μεταπολεμική περίοδο της ανασυγκρότησης, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της ανάπτυξης, το οποίο αποτέλεσε το κυρίαρχο κοινωνικό και πολιτικό αίτημα της μεταπολεμικής περιόδου. Η μελέτη δίνει έμφαση στις πηγές και χαρακτηρίζεται από την εξαντλητική διαπραγμάτευση των κεντρικών ζητημάτων που απασχόλησαν την οικονομική πολιτική τη "δύσκολη" αυτή περίοδο, αναδεικνύοντας τα σοβαρά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας που σταδιακά απέκτησαν χαρακτηριστικά παθογένειας.
Στις σημερινές συνθήκες ύφεσης, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταδείξει τις καταβολές των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, που εκδηλώνονται κυρίως με την χρόνια παραγωγική υστέρηση και την ελλειμματικότητα του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών. Για τον συγγραφέα, έναν οικονομολόγο με θητεία στην οικονομική ιστορία, οι οικονομικές έννοιες δεν είναι αποκαθαρμένες από αξιολογικές κρίσεις και ιδεολογικές προτιμήσεις. Κατά τούτο, η διαπραγμάτευση των θεωρητικών και ιστορικών ζητημάτων στο βιβλίο αυτό ξεφεύγει από τα συνήθη πλαίσια της αμιγούς οικονομικής ανάλυσης, επιχειρώντας μια συνολική εξέταση από την πλευρά των κοινωνικών επιστημών και προβάλλοντας καθολικότερες αξιώσεις ερμηνείας για τους όρους διαμόρφωσης της σύγχρονης ελληνικής οικονομίας.
Στη μελέτη της οικονομικής πολιτικής που ασκήθηκε στην Ελλάδα την περίοδο 1944-1952 ο Στασινόπουλος λαμβάνει υπόψη τόσο το διεθνές πλαίσιο όσο και τους εγχώριους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που ενεπλάκησαν στη διαδικασία αυτή με όρους ιστορικούς και όχι με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας. Όπως καταλήγει «τόσο η αποτίμηση των εγχώριων δυνατοτήτων, όσο και ο προσδιορισμός των περιορισμών που θέτει το διεθνές οικονομικό περιβάλλον δεν γίνεται αποκλειστικά με όρους αποτελεσματικότητας. Πολλά από τα μέτρα οικονομικής πολιτικής που έλαβαν οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις, δεν αποσκοπούσαν στην ορθολογική, τεχνικά, οργάνωση της οικονομίας, αλλά στη στήριξη του πολιτικού συστήματος και στη διεύρυνση της κοινωνικής αποδοχής του. Αυτό δεν πρέπει να εκληφθεί ως μια έκφραση ανορθολογικότητας από την πλευρά της πολιτικής, όπως εκφράζεται απ’ όσους έχουν μια οικονομίστικη αντίληψη για τα πράγματα. Η οικονομική πολιτική δεν ασκείται σ’ ένα πολιτικοοικονομικό κενό. αφετηρία της είναι η συγκεκριμένη πολιτική και οικονομική της οργάνωση και η αποτελεσματικότητά της είναι συνάρτηση των μηχανισμών αναπαραγωγής της οργάνωσης αυτής. (…) Η ορθότητα ή η αποτελεσματικότητά της, λοιπόν, κρίνεται με βάση την ικανότητά της ν’ αναπαράγει τις κοινωνικές αυτές σχέσεις και ν’ αυξάνει την παραγωγικότητα της οικονομίας. Το ζητούμενο δεν είναι η ευημερία του ανθρώπου, γενικά, ή της κοινωνίας στο σύνολο της, γιατί αυτή μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί με διαφορετικούς κοινωνικούς και πολιτικούς όρους, αλλά η διατήρηση των κοινωνικών όρων συγκρότησης (οργάνωσης) της οικονομίας».
Στην προβληματική αυτή, η μελέτη του Στασινόπουλου καταδεικνύει μια σχετική επιτυχία και μια αποτυχία στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Σύμφωνα με την λεπτομερή ανάλυση του, η επιτυχία αφορά στη σταθεροποίηση του υπάρχοντος πολιτικού πλαισίου και τη διαμόρφωση ενός πλέγματος εξουσίας, που οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας «καχεκτικής» δημοκρατίας. Η επιτυχία μετριάστηκε από το γεγονός ότι επιβίωσαν οι πολιτικές και οικονομικές παθογένειες, όπως αυτές εκφράστηκαν κυρίως στον τομέα της κρατικής διοίκησης. Από την άλλη μεριά, η αποτυχία αφορά την αδυναμία εκμετάλλευσης της ροής των πόρων της αμερικανικής βοήθειας για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Στη σημερινή συγκυρία, η μελέτη του Στασινόπουλου μοιάζει εξαιρετικά επίκαιρη όσο και προκλητική, επειδή ακριβώς αντιλαμβάνεται την ιστορικότητα της διαδικασίας ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας. Κριτική: Λήδα Παπαστεφανάκη. ![]() Το κύριο συνεκτικό θέμα αυτού του ειδικού θεματικού τεύχους είναι οι πολυποίκιλες δικτυώσεις που αναπτύχθηκαν στη Μεσόγειο κατά τον 17ο -19ο αιώνα, μέσα από τους έμπορους και τις επιχειρήσεις, τα λιμάνια και τους οικισμούς της περιοχής της. Το κοινό πεδίο παρατήρησης είναι η ζώνη της Μεσογείου για την οποία διαθέτουμε μια μακρά παράδοση διαφορετικών επιστημονικών προσεγγίσεων. Κεντρικά ζητήματα που απασχολούν τους ερευνητές των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών αφορούν στην ανάλυση και μελέτη των κοινωνικών δομών και των συμπεριφορών που σχετίζονται με τις εμπορικές συναλλαγές στο χρόνο και στο χώρο, τις οικονομικές μεταναστεύσεις και τις πολιτισμικές διαφοροποιήσεις. Από τους πρώιμους νεώτερους χρόνους μέχρι την εποχή των μεγάλων μετασχηματισμών στο τέλος του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε ένα ενιαίο και ανομοιογενές οικονομικό περιβάλλον στην Ευρώπη. Οι έμποροι δρούσαν σε αλλοεθνή περιβάλλοντα και ταυτόχρονα μπορούσαν να λειτουργούν ως φορείς ξένης κυριαρχίας στους τόπους που είχαν μετεγκατασταθεί. Ένα μεγάλο μέρος των άρθρων μελετά αυτόν ακριβώς, τον «ανοικτό κόσμο» των εμπόρων, έναν κόσμο που αναπτύχθηκε πέρα από τα όρια των κυρίαρχων εθνικών κρατών μέσα από την επιχειρηματικότητα και τα δίκτυα. Αυτά τα τελευταία εξετάζονται ως συστήματα οργάνωσης και ανταλλαγής πληροφοριών. Μαζί με τα παραπάνω, στην ιδιαίτερη ενότητα των κριτικών προσεγγίσεων του περιοδικού παρουσιάζονται δύο νέα βιβλία της ελληνικής οικονομικής ιστορίας του 19ου – 20ού αιώνα και ένα βιβλίο που αφορά στη συγκρότηση της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Περιεχόμενα Maria Christina Chatziioannou, Preface 9/ Tonia Kioussopoulou, Les hommes d’affaires byzantins et leur rôle politique à la fin du Moyen Âge, 15/ Gilbert Buti, Stratégies marchandes au temps des troubles et des incertitudes, 23/ Sébastien Lupo, Le cas de la France méditerranéenne au XVIIIe siècle “Vous m’avés si fort imposer de ne pas répliquer...”. Réseau et hiérarchie dans une commandite marseillaise à Smyrne au XVIIIe siècle, 37/ Michèle Janin-Thivos, Pratiques commerciales, pratiques linguistiques. Les langues du commerce entre Gênes et Lisbonne (fin XVIIe-début XVIIIe siècle), 59/ Giovanni Lombardi, People, their Experiences and Merchant Practices in a Port-city: Naples as a Mediterranean Crossroads in the Modern Âge, 77/ Annastella Carrino, Ressources “nationales” et ressources locales, Les “Génois” sur les routes tyrrhénniennes entre le XVIIIe siècle et début du XIXe siècle, 99/ Eftychia Liata, G. A. Melos’ Trading Network (Venice, 1712-1732): Structural Characteristics and Temporary Partnerships, 127/ Katerina Galani, The Napoleonic Wars and the Disruption of Mediterranean Shipping and Trade: British, Greek and American Merchants in Livorno, 179/ Marco Dogo, “A Respectable Body of Nation”: Religious Freedom and High-risk Trade: The Greek Merchant in Trieste, 1770-1830, 199/ Maria Christina Chatziioannou, Mediterranean Pathways of Greek Merchants to Victorian England, 213/ Evrydiki Sifneos, Mobility, Risk and Adaptability of the Diaspora Merchants: The Case of the Sifneo Frères Family Firm in Taganrog (Russia), Istanbul and Piraeus, 1850-1940, 239/ Idamaria Fusco, The Spread of Technology through Commercial Networks in the Nineteenth Century: Foreign Merchant-entrepreneurs and Calabrian Sericulture amid Changes and Conflicts, 253/ Katerina Papakonstantinou, The Port of Messolonghi: Spatial Allocation and Maritime Expansion in the Eighteenth Century, 277/ Ioli Vingopoulou, Routes et logements des voyageurs dans la region de la Thrace (XVIe-XIXe siècles), 299/ Dimitris Dimitropoulos, On the Settlement Complex of Central Greece: An Early Nineteenth-century Testimony, 323 Critical Perspectives / Approches Critiques Paul Kléber Monod, Imperial Island: A History of Britain and its Empire, 1660-1837, Panayiotis S. Kapetanakis, 349/ Leda Papastefanaki, Εργασία, τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία. Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά, 1870-1940, Faidra Papanelopoulou, 353/ Manos Perakis, Το τέλος της οθωμανικής Κρήτης. Οι όροι της κατάρρευσης του καθεστώτος της Χαλέπας, 1878-1889, Maria Christina Chatziioannou, 357.
Τα κείμενα του τόμου μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο: http://www.historicalreview.org/index.php/historicalReview/index/view/28
![]()
Ο τόμος, στον οποίο περιλαμβάνονται δοκίμια που έχουν γραφεί και δημοσιευτεί την περίοδο 1980-1996, συμβάλλει στη συζήτηση για τα βαθύτερα και μακροχρόνια αίτια της σημερινής οικονομικής κρίσης με κεντρικό άξονα τον αναπτυξιακό ρόλο του κράτους. Τα δοκίμια αναφέρονται στον 19ο αιώνα, την κατοχική και εμφυλιακή περίοδο, την πρώτη μεταπολιτευτική εποχή. Όπως δηλώνεται και στο οπισθόφυλλο του τόμου, οι περίοδοι αυτές «ήσαν περίοδοι μεγάλων κρίσεων και σε όλες απαιτήθηκε η αποφασιστική παρέμβαση του κράτους. Η ιστορία φυσικά δεν επαναλαμβάνεται και δεν επιτρέπει μοιρολατρίες. Ούτε είναι δυνατό να εξομοιώνουμε τη σημερινή με άλλες κρίσεις του παρελθόντος. Η επίδραση όμως μακροχρόνιων παραγόντων και νοοτροπιών φαίνεται να επιφέρει περιοδικά στο προσκήνιο όλα τα ανεκπλήρωτα αιτήματα, όλα τα ανοικτά ζητήματα που μας έρχονται από το παρελθόν. Τα δημόσια αγαθά αποτελούν κεντρική συνθήκη στην ικανότητα των ιδιωτών να παράγουν, να εξάγουν, να επεκτείνουν την απασχόληση και να κερδίζουν. Χωρίς συλλογική δράση δεν υπάρχει ούτε ανάπτυξη ούτε ευημερία. Η ανάπτυξη, με όλη την ιστορική ποικιλία που περιλαμβάνει ο όρος, ποτέ δεν ήταν απλό θέμα "ιδιωτικής πρωτοβουλίας". Η ελληνική ιστορία χαρακτηρίζεται από λίγα και διακριτά αναπτυξιακά επεισόδια. Ποιες ήταν οι προϋποθέσεις γι' αυτά και πώς μπορούν να εκπληρωθούν; Τα δοκίμια του τόμου διαγράφουν απαντήσεις και προτάγματα σε αυτό το ερώτημα»
![]() Γράφουν οι: Β. Fine, J. Toporowski, R. Wolff, Δ. Β. Παπαδημητρίου, Β. Δρουκόπουλος, Γ. Μαραγκός, Δ. Μυλωνάκης, Μ. Γ. Δρεττάκης, Γ. Στασινόπουλος, Γ. Αργείτης, Γ. Σταθάκης, Θ. Μανιάτης, Α. Βλάχου, Γ. Λαμπρινίδης, Γ. Οικονομάκης, Μ. Μαρκάκη, Α. Αναστασιάδης, Γ. Παπαλεξίου, Θ. Μαριόλης, Κ. Παπούλης, Ε. Νικολαίδης, Γ. Λιοδάκης, Κ. Βαίτσος, Ε. Τσακαλώτος, Β. Πεσματζόγλου, Γ. Μηλιός, Δ. Σωτηρόπουλος, Σ. Δ. Μαυρουδέας.
Οι συγγραφείς του τόμου αντιπαρατίθενται κριτικά στην ορθόδοξη σχολή σκέψης, την οποία θεωρούν υπεύθυνη για την αδυναμία πρόβλεψης και ερμηνείας της παρούσας διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αναλύουν τις διεθνείς διαστάσεις της κρίσης, τις αιτίες της δημοσιονομικής κρίσης της ελληνικής οικονομίας, τα προβλήματα του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και την κλαδική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, καθώς και τη σχέση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας με ΟΝΕ και την είσοδο της χώρας στη ζώνη του Ευρώ. Θεωρούν ότι οι εφαρμοσμένες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που ήταν εν μέρει υπεύθυνες για τη δημιουργία της, αδυνατούν να μας οδηγήσουν στην έξοδο από αυτήν. Προτείνουν ερμηνείες της κρίσης και πολιτικές εξόδου από αυτήν που προέρχονται από εναλλακτικές σχολές σκέψης.
![]() Ο τόμος αποτελεί προϊόν κοινής προσπάθειας του Ιστορικού Αρχείου της Alpha Bank, του Ottoman Bank Archives and Research Centre και του Πανεπιστημίου Boğaziçi. Στον τόμο, στον οποίο συνεργάζονται έλληνες και τούρκοι ιστορικοί, εξετάζονται όψεις της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας των ελληνορθόδοξων πληθυσμών κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, ενώ θίγονται ζητήματα ορολογίας, μεθοδολογίας, αξιοποίησης των πηγών και ιστοριογραφίας.
Κριτική: Alexandros Lamprou: "B. L. Tanatar - V. Kechriotis (ed.), Economy and Society on Both Shores of the Aegean", Historein 10 (2010), 204-207.
![]() Στο βιβλίο εξετάζονται οι διαδικασίες μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε η αγορά εργασίας και αναπτύχθηκε η βιομηχανία του Πειραιά, ενώ έρχονται στο προσκήνιο οι εργάτες και οι εργάτριες που δούλεψαν στα κλωστοϋφαντουργεία, από τα τέλη του 19ου αιώνα έως και τον Μεσοπόλεμο. Στα κλωστοϋφαντουργεία, η αριθμητική αυξομείωση ενός μεγάλου τμήματος της εργατικής δύναμης, που προσλαμβάνεται και απολύεται συνεχώς, περιστασιακά και ακανόνιστα, ανάλογα με τις παραγγελίες, αποτελούσε θεμελιακό στοιχείο ευελιξίας των επιχειρήσεων, προϋπέθετε όμως συγκεκριμένη τεχνολογία και υψηλό βαθμό εκμηχάνισης. Αμοιβές με το κομμάτι, υπεργολαβικά συστήματα, πρόστιμα και η επιμήκυνση της διάρκειας της ημερήσιας εργασίας συνθέτουν τις ποικίλες μεθόδους με τις οποίες αυξανόταν η παραγωγικότητα και διατηρούνταν η εργασιακή πειθαρχία. Η μισθωτή εργασία συνιστούσε για τους άνδρες και τις γυναίκες της πόλης καθοριστική εμπειρία στις νέες κοινωνικές σχέσεις του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η εργατική εμπειρία οριζόταν, επίσης, από το κοινωνικό φύλο, το οποίο διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στον καταμερισμό της εργασίας, στη συγκρότηση των ειδικοτήτων, στη διάρθρωση των ημερομισθίων, στην εκδήλωση της συλλογικής δράσης. Η επικέντρωση στην έμφυλη διάσταση της μισθωτής εργασίας επιτρέπει την ανάδειξη των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και στο εσωτερικό των τάξεων. Η μελέτη αξιοποιεί αρχεία βιομηχανικών επιχειρήσεων, προκειμένου να εστιάσει στην ίδια την εργασιακή διαδικασία στους χώρους παραγωγής.
Μια κριτική παρουσίαση: "Τα αρχεία βιομηχανιών του 19ου και του 20ού αιώνα συγκροτούν στατιστικές σειρές κατάλληλες για συστηματική μελέτη ενώ συχνά καλύπτουν μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα αρχεία της βιομηχανίας Ρετσίνα πληρούν και τα δύο κριτήρια: πρόκειται για μια βιομηχανία με μακρά διάρκεια ζωής και λειτουργίας, της οποίας το αρχειακό υλικό είχε την τύχη να διατηρηθεί, να διασωθεί και να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης. Παρά τη δυσκολία που μπορεί να παρουσιάζει ένα τέτοιο εγχείρημα ακριβώς λόγω του όγκου του υλικού, το αποτέλεσμα μπορεί να δικαιώσει τη μελετητή για την επίπονη προσπάθειά του. Το βιβλίο της Παπαστεφανάκη, το οποίο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής της διατριβής, αποτελεί μια πολύ καλή περίπτωση μελέτης βιομηχανικού αρχειακού υλικού. Η συγγραφέας μπόρεσε να τιθασεύσει τον όγκο του υλικού, να το οργανώσει θεματικά και να προσεγγίσει επιμέρους ζητήματα που αφορούσαν τη διοίκηση του εργοστασίου, τις συνθήκες εργασίας, τις αμοιβές των εργαζομένων και τις αντιστάσεις της διοίκησης σε αιτήματα, διεκδικήσεις, απεργίες και συγκρούσεις. Η μελέτη ξεκινά από το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιήθηκαν οι ιδρυτές και ιδιοκτήτες του εργοστασίου, την πόλη του Πειραιά στις αρχές του 19ου αιώνα. Παρουσιάζει τη διαδικασία ανάπτυξης της πόλης και συγκρότησής της σε αστικό και βιομηχανικό κέντρο και εντάσσει σε αυτή τη δράση των αδελφών Ρετσίνα με προεξάρχοντα τον Θεόδωρο. Εντάσσει την ίδρυση του εργοστασίου στο πλαίσιο των επιχειρηματικών και ευρύτερων επαγγελματικών δραστηριοτήτων του Θεόδωρου Ρετσίνα και συνδέει την επιχειρηματικότητα με μια σειρά άλλες λειτουργίες του ατόμου στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο. Από τα μέσα του βιβλίου η βιομηχανία Ρετσίνα με τα επιμέρους βιομηχανικά κτίρια αποτελεί αυτόνομο πεδίο μελέτης, όπου πρωταγωνιστές είναι οι εργάτες: η βασική ανάλυση αφορά τη ζωή στο εργοστάσιο από την πλευρά πλέον των εργατών και κυρίως των εργατριών που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων. Η βιομηχανία Ρετσίνα ως κλωστοϋφαντουργία και μάλιστα μία από τις μεγαλύτερες στη νότια Βαλκανική αποτελεί κατεξοχήν βιομηχανικό κλάδο που απασχολεί γυναικείο προσωπικό. Στο βιβλίο η συγγραφέας εξετάζει μια σειρά από ζητήματα με κυριότερα το μισθολογικό και τις διαφοροποιήσεις στον τρόπο πληρωμής των εργαζομένων, καθώς εντοπίζει για τις ίδιες ειδικότητες και τον ίδιο χώρο εργασίας πολλούς τρόπους αποζημίωσης: αμοιβή με μηνιαίο μισθό, με το κομμάτι, κατ’ αποκοπή με υπεργολαβία, με ωρομισθία. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι διαφοροποιημένες αμοιβές σημαίνουν διάσπαση του εργατικού δυναμικού με στόχο τον καλύτερο έλεγχό του, την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση της εργατικής του δύναμης, καθώς ο εργαζόμενος ήταν υποχρεωμένος να εργάζεται εντατικά και πέραν του ωραρίου, εφόσον ήθελε να εισπράξει το μεροκάματό του. Η ανάλυση των δεδομένων είναι πειστική όσον αφορά τις πρακτικές που η εργοδοσία εφάρμοζε προκειμένου να κρατά χαμηλά τα μεροκάματα, να αποσπά από τους εργαζόμενους το μέγιστο των δυνατοτήτων τους χωρίς να υποχρεώνεται να αυξήσει τις αμοιβές ή να μειώσει το ωράριο εργασίας, χωρίς δηλαδή δικές της υποχωρήσεις. Οι όροι όπως και οι συνθήκες εργασίας είχαν σημαντικές συνέπειες στην υγεία των εργαζομένων, την οποία έπλητταν συστηματικά. Έτσι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της συγγραφέως περνά η μελέτη της νοσηρότητας των εργαζομένων λόγω του ανθυγιεινού περιβάλλοντος εργασίας και της άρνησης της εργοδοσίας να προχωρήσει σε στοιχειώδεις βελτιώσεις τους, καθώς και οι συνέπειες που αυτή είχε στις αμοιβές, τους όρους διαβίωσης των εργατών και εργατριών και την κοινωνική πολιτική τοπικών και κρατικών φορέων. Παράλληλα μελετά τις περιπτώσεις αντίδρασης των εργαζομένων στις συνθήκες εργασίας με κυριότερη τη συμμετοχή τους σε απεργίες. Επειδή τα ίδια τα άτομα δεν έχουν αφήσει μαρτυρίες και η καθημερινότητά τους μας διαφεύγει, η συγγραφέας εκμεταλλεύτηκε τις εξαιρετικές περιπτώσεις που, με αφορμή τις απεργιακές κινητοποιήσεις, ύψωναν τη φωνή τους και αυτή καταγραφόταν στον ημερήσιο τύπο της εποχής, για να μελετήσει τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους και την εργασία τους. Το ερώτημα που γεννιέται από το βιβλίο αφορά την ανταγωνιστικότητα της συγκεκριμένης κλωστοϋφαντουργίας, καθώς αφενός το εργατικό κόστος συμπιέζεται διαρκώς και παραμένει χαμηλό, η ίδια η ανταγωνιστικότητά της ωστόσο υποχωρεί. Φαίνεται ότι η επιχείρηση επιβίωσε για μακρό χρονικό διάστημα, επειδή εξασφάλιζε κρατικές προμήθειες τις οποίες υπερκοστολογούσε, ενώ μπορούσε να αντιμετωπίσει τα εισαγόμενα είδη χάρη στον κρατικό προστατευτισμό. Αντίθετα οι ιδιοκτήτες και διευθυντές της δεν προέβησαν εγκαίρως σε εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού και δεν ενδιαφέρθηκαν για τους όρους λειτουργίας της σε όλη τη διάρκεια της ζωής της βιομηχανίας με αποτέλεσμα να πλήττεται η ανταγωνιστικότητά της και να διατηρείται σε χαμηλά επίπεδα η ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων της. Η στάση που οι ίδιοι τήρησαν απέναντι στους εργαζόμενους αναγκάζει τον αναγνώστη του βιβλίου να επανεξετάζει τους όρους με βάση τους οποίους η εργασία αποτελεί ανθρώπινο δικαίωμα και να θέσει τα όρια πέρα από τα οποία συνιστά εκμετάλλευση και άλλοθι για πολιτικές και προσωπικές σκοπιμότητες. Μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο η επιχειρηματικότητα και η δράση των φορέων της συνδιαλέγεται και, κυρίως, αντιπαρατίθεται με τη δράση των εργαζομένων, αναδεικνύοντας την ανάγκη για συμπόρευση και συνεργασία των δύο πλευρών". Κατερίνα Παπακωνσταντίνου, «Εργασία, τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία», Δελτίο του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Επιτροπής για τη Διατήρηση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς, περίοδος Γ΄, τχ. 1 (2010), σ. 147-148.
Άλλες κριτικές: Ντίνα Βαϊου, «Το πρόσωπο της υφαντουργίας και οι έμφυλες διακρίσεις», Η Αυγή, 28.2.2010. http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=526354
Κωστής Καρπόζηλος, «Δουλεύοντας στου Ρετσίνα»: εργασία στην κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά», Τα Ιστορικά 53 (2010), σ. 541-545.
Faidra Papanelopoulou: Leda Papastefanaki, Εργασία, τεχνολογία και φύλο στην ελληνική βιομηχανία. Η κλωστοϋφαντουργία του Πειραιά 1870–1940, [Labour, technology and gender in Greek industry: the textile industry of Piraeus, 1870-1940], The Historical Review/ La Revue Historique, Institute for Neohellenic Research, VII (2010), σ. 353-355. http://www.historicalreview.org/index.php/historicalReview/article/view/269/163
Έφη Αβδελά « Η ιστορία της εργασίας ενηλικιώνεται στην Ελλάδα», Μνήμων 31 (2010), σ. 314-324. http://e-journals.ekt.gr/bookReader/show/index.php?lib=mnimon&path=35/72#page/1/mode/2up
![]() Η διαμόρφωση αντίπαλων εθνικών κομμάτων και η ρήξη στους κόλπους της Ορθόδοξης κοινότητας της Φιλιππούπολης δεν αποτελούν απλώς ένα από τα πολλά επεισόδια του λεγόμενου Βουλγαρικού Ζητήματος και της αντιπαράθεσης του βουλγαρικού με τον ελληνικό εθνικισμό στα οθωμανικά Βαλκάνια του 19ου αιώνα. Αποτελούν την πρώτη και την οξύτερη, σε αυτή τη φάση, σύγκρουση των δύο εθνικισμών σε τοπικό επίπεδο. Οι εξελίξεις στη Φιλιππούπολη θα δώσουν, το 1851, την αφορμή για την πρώτη δημόσια αντιπαράθεση των δύο εθνικιστικών λόγων. Την ίδια περίοδο, βρίσκονται σε εξέλιξη πρωτόγνωρες οικονομικές και κοινωνικές διεργασίες, αποκρυσταλλώνονται νέες κοινωνικές συμμαχίες και αναπτύσσονται νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης. Βασισμένο σε εκτενή και συνδυασμένη χρήση ποικίλων ανέκδοτων και δημοσιευμένων πηγών, το βιβλίο ανιχνεύει το σύνθετο αυτό τοπίο στις διάφορες πτυχές του, θέτει υπό αμφισβήτηση τις κατεστημένες προσεγγίσεις της νεότερης ιστορίας της πόλης και προτείνει ένα εναλλακτικό σχήμα για την κατανόηση και την ερμηνεία των εθνοποιητικών διεργασιών στα Βαλκάνια του 19ου αιώνα.
Κριτική: Σπ. Ασδραχάς: «Πειθαρχία μεθόδου και βεβαίωση της ιστορικής σκέψης», Τα Ιστορικά 51 (2009), σ. 500-503.
Αγγελική Κωνσταντακοπούλου, «Εξαστισμός, Οικονομία, Εκκλησία και Έθνος στα Βαλκάνια», Η Αυγή, 13.12.2009 http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=511623
Παρασκευάς Ματάλας, «Φιλιππούπολη και οι ρίζες των εθνικών συγκρούσεων», Η Καθημερινή, 16-3-2010 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_16/03/2010_394241
Παρασκευάς Ματάλας, «Οικονομία, πολιτική και εθνική ιδεολογία: η διαμόρφωση των εθνικών κομμάτων στη Φιλιππούπολη του 19ου αιώνα», Επιστήμη και κοινωνία, τχ. 25, Φθινόπωρο 2010.
Katerina Seraidari: Lyberatos Andreas K., «Oikonomia, politiki kai ethniki ideologia. I diamorfosi ton ethnikon kommaton sti Filippoupoli tou 19ou ai.» [ Economie, politique et ideologie nationale. La formation des partis nationaux a Plovdiv au XIXeme siecle], Balkanologie, Revue des études pluridisciplinaires, vol XII, no 1 (Mars 2010) http://balkanologie.revues.org/index2151.html
Christina Koulouri: Andreas Lyberatos, "Economy, politics and national ideology. The formation of national parties in Philippoupolis in the 19th century", Historein 10 (2010), 193-196. http://www.nnet.gr/historein.htm ![]() Η οθωμανική μεταρρύθμιση που εκδηλώθηκε στην Κρήτη κατά την περίοδο της Χαλέπας επιχείρησε την εισαγωγή νέων, μαζί με την μεταλλαγή των υπαρχόντων θεσμών. Το νέο θεσμικό πλαίσιο επέφερε τη σχετική φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, τη μερική αυτονόμηση του νησιού από το οθωμανικό κέντρο και επέτρεψε την πολιτική κυριαρχία των χριστιανών επί των μουσουλμάνων, η οποία συνοδεύτηκε από την εντεινόμενη -κατά την εποχή της Χαλέπας- οικονομική και κοινωνική τους άνοδο. Εξάλλου, η περιορισμένη φιλελευθεροποίηση και ο δειλός εκδημοκρατισμός διαμόρφωσαν και τους όρους κατάρρευσης του καθεστώτος της Χαλέπας, καθώς, υπό τις συνθήκες οικονομικής κρίσης της τελευταίας τριετίας (1887-1889), οξύνθηκαν οι κοινωνικοπολιτικές συγκρούσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων. Η αποτυχία του καθεστώτος της Χαλέπας συνιστά το τέλος κάθε προσπάθειας συναινετικής μεταρρύθμισης και επιφέρει το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας στην Κρήτη, που επιβεβαιώνεται και τυπικά το 1898 με την επιβολή καθεστώτος της Αυτονομίας.
Κριτική: Ανδρέας Λυμπεράτος, «Κοινωνία και οικονομία στην Κρήτη στο τέλος του 19ου αιώνα», Η Αυγή, 15.11.2009. http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=504909
Maria Christina Chatziioannou: Manos Perakis, «Το τέλος της οθωμανικής Κρήτης. Οι όροι της κατάρρευσης του καθεστώτος της Χαλέπας,1878-1889» [The end of Ottoman Crete: the circumstances of the collapse of the Halepa regime, 1878-1889], The Historical Review/ La Revue Historique, Institute for Neohellenic Research, VII (2010), σ. 357-360. http://www.historicalreview.org/index.php/historicalReview/article/view/270/164
Stefanos Poulios: Manos Perakis, «Το τέλος της οθωμανικής Κρήτης. Οι όροι της κατάρρευσης του καθεστώτος της Χαλέπας,1878-1889» [The end of Ottoman Crete, 1878-1889], Turkish Historical Review, vol. 1, no.2 (2010), pp. 215-217.
![]() Στη Γαλλία του 17ου αιώνα, οι οικογένειες ήταν απαραίτητες ως υποκείμενα που συνέβαλλαν στην διαμόρφωση του καπιταλισμού και στην ανάπτυξη ισχυρών κρατών-φαινόμενα ιδιαίτερης σημασίας για την γένεση του σύγχρονου κόσμου. Για τα μέλη μια οικογένειας, τους γείτονες και τις Αρχές, η οικογενειακή επιχείρηση στην διοίκηση ενός εκτεταμένου συνόλου υλικών και άυλων πόρων-όπως ο νόμος, ο δανεισμός, η βία και η κοινωνική θέση των μελών της-ήταν κεντρικό ζήτημα για την πολιτική σταθερότητα, την οικονομική παραγωγικότητα και την πολιτισμική ηθική. Η επιχείρηση στην οικογενειακή ζωή εμπεριείχε σχέσεις που θα μπορούσαν να είναι στενές (οικογένεια και γείτονες), έμμεσες (δικαστής-υπόδικος) ή μακρινές (διοικητής-υπήκοος) και οι παραπάνω πόροι αποτελούσαν το μέσο συναλλαγής τους στο νεότερο κόσμο.
Οι σχέσεις μεταξύ οικογενειών, οικονομιών και κρατών έχουν συχνά αναδιατυπωθεί αλλά οι συγκρούσεις και οι υποσχέσεις έχουν παραμείνει. Τότε, όπως τώρα, οι σύζυγοι αντιμετωπίζουν την εμπειρία του γάμου ως ιδιαίτερα αβέβαιη. Η οικονομική αβεβαιότητα και ο δανεισμός αποτελούσαν προκλήσεις ενώ η ενδοοικογενειακή βία επιβεβαίωνε τις ανισότητες μέσα στην οικογένεια. Η Αμερικανίδα ιστορικός Julie Hardwick εξετάζει μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο στην μακρά ιστορία των οικογενειακών επιχειρήσεων της Γαλλίας για να αναδείξει την κεντρική σημασία των εμπειριών των εργαζόμενων οικογενειών σε περιόδους μεγάλων πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών μεταβολών.
Κριτική: Lawrence Fontaine στο Law and History Review 28 (2010): 851-852.
![]() Στη μελέτη επιχειρείται μία σύντομη επισκόπηση, σε γεγονότα-σταθμούς που συνθέτουν τη δανειακή εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Η αναδρομή ξεκινά από τα δάνεια που παρέσχε στους Έλληνες εμπόλεμους η Αγγλία και φθάνει ως και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιχειρείται μία αναφορά στις καταβολές του προσφυγικού ζητήματος και επισημαίνονται οι κυριότερες φάσεις της ανάμιξης της ΚτΕ στην προσφυγική υπόθεση και της εξέλιξης του πρώτου προσφυγικού δανείου. Εντοπίζονται, επίσης, τα σπουδαία και ακανθώδη ζητήματα που συγκλόνιζαν την ελληνική εξωτερική πολιτική παράλληλα με το προσφυγικό: οι σχέσεις της με τη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Αλβανία, τη Ρουμανία και την Τουρκία. Παρεκκλίνοντας, ωστόσο, από τον βαλκανικό χώρο, εξετάζονται και οι ελληνοβρετανικές σχέσεις, μια και η Βρετανία ήταν εκείνη που κινούσε τα νήματα για την παροχή και του δεύτερου προσφυγικού δανείου στην Ελλάδα. Τέλος, ξεδιπλώνεται όλο το παρασκήνιο της υπόθεσης του συμπληρωματικού προσφυγικού δανείου, εφόσον έτσι αποκλήθηκε μια και συμπλήρωνε το πρώτο, το οποίο, ας σημειωθεί ότι, αυτή τη φορά παρασχέθηκε στην Ελλάδα ενοποιημένο με άλλα δύο δάνεια, αφορώντα στην ισοσκέλιση του προϋπολογισμού και στη σταθεροποίηση της δραχμής. Επρόκειτο για το γνωστό ως Τριμερές Δάνειο.
![]() Στα περισσότερα νησιά του Αιγαίου υπάρχουν ίχνη παλιών ορυχείων, μεταλλείων και λατομείων. Άλλοτε σε δυσπρόσιτες τοποθεσίες και άλλοτε δίπλα σε οικισμούς, σημαδεύουν με κτήρια, στοές, σκάλες φόρτωσης, πυλώνες το νησιωτικό τοπίο. Είναι τα ίχνη της βιομηχανικής εποχής (μέσα 19ου έως τέλη 20ού αι.), μια ιδιότυπη επέκταση της ευρωπαϊκής εκβιομηχάνισης στον πλούσιο σε ορυκτά χώρο του νησιωτικού Αιγαίου. Στην Εισαγωγή των επιμελητών του τόμου παρουσιάζεται η προβληματική με την οποία τα ορυχεία του Αιγαίου πρέπει να αντιμετωπίζονται ως βιομηχανικά μνημεία. Ακολουθούν κείμενα στα οποία εξετάζονται οι γεωτεκτονικές συνθήκες διαμόρφωσης του υπεδάφους των νησιών (από τον μεταλλειολόγο Α. Ζ. Φραγκίσκο), καθώς και οι εξορυκτικές δραστηριότητες στα νησιά στη διάρκεια της Αρχαιότητας (από την αρχαιολόγο Λ. Μενδώνη). Οι αλλαγές που επέφερε η εξορυκτική δραστηριότητα στις νησιωτικές οικονομίες και κοινωνίες στην νεότερη και σύγχρονη εποχή (19ος-20ος αιώνας) παρουσιάζονται από την ιστορικό Λ. Παπαστεφανάκη. Ειδικότερα στη σύγχρονη εποχή, εξετάζονται η ιστορία των επιχειρήσεων που έδρασαν στα νησιά του Αιγαίου, οι ομάδες των κεφαλαιούχων που επένδυσαν στον μεταλλευτικό – εξορυκτικό τομέα, οι δημογραφικές αλλαγές που προκλήθηκαν από την λειτουργία των ορυχείων η αγορά εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις. Ο χώρος, οι εγκαταστάσεις, οι τεχνικές εξόρυξης και μεταφοράς περιγράφονται στα κείμενα των αρχιτεκτόνων Ν. Μπελαβίλα, Μ. Μπαλοδήμου, Δ. Μαυροκορδάτου. Στο β΄ μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται αναλυτικά (από τους Ν. Μπελαβίλα, Α. Ζ. Φραγκίσκο και Λ. Παπαστεφανάκη) τα ορυχεία, μεταλλεία και λατομεία σε 29 νησιά του Αιγαίου (από την Κύθνο ως την Θάσο, από Αμοργό και την Ανάφη ως την Νίσυρο), στα οποία δραστηριοποιήθηκαν περίπου δύο εκατοντάδες ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις. Η έκδοση περιλαμβάνει την ιστορική, τεχνική, μεταλλειολογική και αρχιτεκτονική τεκμηρίωση των εγκαταστάσεων, καρπό πολυετούς διεπιστημονικής έρευνας. Ανάμεσα στα μικρά ή μεγάλα ορυχεία που καταγράφονται ξεχωρίζουν τα κορυφαία βιομηχανικά μνημεία των μεταλλείων σιδήρου της Σερίφου, των σμυριδωρυχείων της Νάξου και των θειωρυχείων της Μήλου. Την έκδοση με την εξαιρετικά πλούσια εικονογράφηση και την εντυπωσιακή τεκμηρίωση προλογίζει ο καθηγητής οικονομικής ιστορίας και επίτιμος Πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για την Διατήρηση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς (TICCIH), Louis Bergeron. Η συγκεκριμένη έκδοση επιχειρεί με την συστηματική καταγραφή των ορυχείων να αναδείξει τον πλούτο της βιομηχανικής εποχής και του τεχνικού πολιτισμού στη νησιωτική Ελλάδα και να συμβάλλει στη διάσωσή του.
Κριτική: Χριστίνα Αγριαντώνη, "Ορυχεία στο Αιγαίο", Τα Ιστορικά 52 (2010), σ. 273-278. ![]() Μια κλασική προσέγγιση της Βιομηχανικής Επανάστασης ως ριζικού μετασχηματισμού του τρόπου παραγωγής, καθώς και των τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων που αυτή πυροδότησε στην Ευρώπη, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Κέμπριτζ το 1969. Ο καθηγητής David S. Landes στη νέα αυτή έκδοση (2003) του βιβλίου του επανεπιβεβαιώνει τις θεμελιώδεις επισημάνσεις του υπό το φως σχετικά πρόσφατων συζητήσεων και δημοσιεύσεων.
Κριτική από τον Paul Hohenberg ![]() "Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα κατανοούσα τα σύγχρονα οικονομικά προβλήματα και τις αστάθειες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, χωρίς να έχω διαβάσει τον Ivan T. Berend, τον καλύτερο συγκριτικό ιστορικό της οικονομικής ανάπτυξης της Ευρώπης" έχει πει ο Έρικ Χομπσμπαουμ.
Κριτική από τον Gianni Toniolo
![]() Ένα συλλογικό έργο με νέες θεματικές και καινούριες μελέτες για την κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική και τον πολιτισμό της πυκνής όσο και κρίσιμης επταετίας 1945-1952, αποτελεί συνέχεια ενός σημαντικού εκδοτικού εγχειρήματος για την ελληνική ιστορία του 20ου αιώνα (βλ. τους τόμους Α1-Α2, Β1-Β2, Γ1-Γ2, Αθήνα 1999- 2007). Μια προσέγγιση ριζικά διαφορετική από την επιστημονικά «ουδέτερη» ιστοριογραφία, που έχει έρθει τελευταία στο προσκήνιο, είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει αντιπαραθέσεις στον επιστημονικό διάλογο.
Κριτική: Κώστας Κωστής, «Η βαριά βιομηχανία της ελληνικής ιστορίας όλα τα αλέθει», The Athens Review of Books, τχ. 10, Σεπτέμβριος 2010, σ. 38-39.
Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ανάγκη και το όραμα», Τα Νέα/Βιβλοδρόμιο, 27.2.2010. http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4562568&enthDate=27022010 ![]() Το νησί της Κρήτης κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς στα μέσα του 17ου αιώνα, και υπήρξε το τελευταίο τους σημαντικό και διαρκές κατακτημένο έδαφός τους. Η οθωμανική Κρήτη τα τελευταία χρόνια έχει προσελκύσει την προσοχή των ιστορικών για πολλούς λόγους, μεταξύ των οποίων για δύο ιδιαιτερότητες που συνδέονται με ευρύτερα ζητήματα της οθωμανικής ιστορίας: ο θεσμός της γαιοκτησίας το 1670 στην ακμή της μακράς παράδοσης του κρατικού συστήματος ιδιοκτησίας (miri) και της εμφάνισης ενός μεγάλου τμήματος μουσουλμανικού πληθυσμού, κυρίως λόγω της μεταστροφής των ντόπιων στο Ισλάμ. Τα κείμενα του τόμου φέρνουν στο φως νέες αρχειακές, αφηγηματικές και επιγραφικές πηγές της οθωμανικής Κρήτης και της ανατολικής Μεσογείου και συμβάλλουν στην πραγμάτευση των παρακάτω ζητημάτων: τις σχέσεις κέντρου-περιφέρειας και διοίκησης της νησιώτικης επαρχίας, την φορολόγηση, την γεωργική παραγωγή, την κοινωνική ζωή και την κουλτούρα.
Ο τόμος αφιερώνεται στους καθηγητές Ελισάβετ Ζαχαριάδου και Βασίλη Δημητριάδη ως αναγνώριση της προσφοράς τους στην οθωμανική ιστορία και πιο συγκεκριμένα στην καθιέρωση των οθωμανικών σπουδών στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.
![]() Η αγορά ενός αυτοκινήτου είναι η πιο σημαντική μετά από την αγορά του σπιτιού, όπως λέγεται. Η Sally Clarke έγραψε ένα εμπνευσμένο βιβλίο που εξερευνά τον δίχως τέλος σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων, καταναλωτών και του κράτους προκειμένου να καθορίσουν τις παραμέτρους της πιο σημαντικής αγοράς της Αμερικής. Στο πυρήνα της ευρύτατης αυτής μελέτης βρίσκεται η απλή αλλά και ελκυστική θεώρηση ότι η αγορά και η σχέση μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων διαμορφώνει όχι μόνο την οργάνωση και δομή της επιχείρησης αλλά και πώς οι αντιλήψεις σχετικά με την εμπιστοσύνη και την εξουσία σχηματίζονται στον πραγματικό κόσμο της αγοράς και παραγωγής αυτοκινήτων. Κινητοποιώντας ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων και πηγών, η Clarke υιοθετεί την μη συναισθητική οπτική ενός οικονομολόγου για να αποκαλύψει πως η αγορά αυτοκινήτων βασίστηκε, κατά την δημιουργία, ανάπτυξη και εξέλιξή της, τόσο στο συναίσθημα όσο και στη λογική.
![]() Η ιστορία μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές ναυτιλιακές εταιρίες που ιδρύθηκε το 1883 από τον Π. Μ. Κουρτζή και συνεισέφερε για πολλά χρόνια στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των νησιών του Αιγαίου.
![]() Το 1929, όταν το κραχ της Ουόλ Στριτ συγκλόνιζε τον κόσμο, ο Ξενοφών Ζολώτας, νεαρός τότε καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, αναρωτιόταν αν υπήρχε οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Τον επόμενο χρόνο η απάντηση ήταν αναμφίβολα καταφατική, ενώ με την εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού από τη Βρετανία το 1932 ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Εμμανουήλ Τσουδερός δήλωνε ότι η κρίση είχε εισέλθει σε μια νέα, "δυσοίωνη" φάση. Οι παρατηρητές της εποχής αντιλαμβάνονταν πως η περίοδος 1929-32 αποτελούσε καμπή για τη χώρα. Τι σήμαινε η καμπή αυτή για την οικονομία, για το ρόλο του κράτους και τελικά για την πολιτική αποτελεί το θέμα του παρόντος βιβλίου.
Ο Μαζάουερ ερευνά τις αλλαγές που προέκυψαν όταν η Ελλάδα αναγκάστηκε, εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης, να πάψει πλέον να στηρίζεται στις αγροτικές εξαγωγές, τα υπερπόντια εμβάσματα και τα εξωτερικά δάνεια και να στραφεί προς μια πολιτική αυτάρκους ανάπτυξης, θεμελιωμένης σε εντόπιες πηγές. Και διαπιστώνει πως η κατάρρευση της ανοιχτής διεθνούς οικονομίας άφησε την Ελλάδα σε θέση μικρότερης οικονομικής εξάρτησης από τον έξω κόσμο συγκριτικά με όσα ίσχυαν προηγουμένως. Τα πλεονεκτήματα αλλά και τα μειονεκτήματα αυτού του νέου τύπου ανάπτυξης είχαν γίνει πλέον φανερά τον Αύγουστο του 1936, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε τη δικτατορία του.
Βασιζόμενος σε τραπεζικές εκθέσεις, σε εκδόσεις ειδικών οργανισμών και στον εβδομαδιαίο οικονομικό τύπο της εποχής, ο συγγραφέας τονίζει ότι θέλησε να ανοίξει στην έρευνα τη μέχρι πρότινος παραμελημένη ιστοριογραφία της νεότερης Ελλάδας και να εφαρμόσει την υπόδειξη του Νίκου Σβορώνου, ο οποίος συμβούλεψε κάποτε τους ιστορικούς να πάψουν πια να επικαλούνται τον περίφημο "ξένο δάκτυλο" και να μελετήσουν τις αλληλεπιδράσεις των εγχώριων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων. ![]() Ο τόμος βασίζεται στην πολύτομη, μεγάλη έκδοση της Ιστορίας της Ελλάδας του 20ού αιώνα (εκδόσεις Βιβλιόραμα), αποτελεί ωστόσο μια νέα προσέγγιση: τα βασικά άρθρα πολιτικής και οικονομικής ιστορίας των δύο πρώτων ενοτήτων ("Οι απαρχές: 1900-1922" και "Ο Μεσοπόλεμος: 1922-1940") έχουν συγκεντρωθεί σε μια έκδοση χρηστική, μικρού σχήματος και χωρίς εικονογράφηση. Τα άρθρα έχουν αναδιαταχθεί απαρτίζοντας μια νέα ενότητα, που καλύπτει την πολιτική και οικονομική ιστορία του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, ενώ τα κείμενα παρατίθενται πλήρη, με όλες τις υποσημειώσεις και τη βιβλιογραφία. Παρέχεται έτσι μια συνεκτική εικόνα της οικονομίας και πολιτικής των πρώτων τεσσάρων δεκαετιών του 20ου αιώνα.
![]() Το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα αναδεικνύεται σε ένα σημαντικό ορόσημο στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Η καμπή στην εξελικτική πορεία του σύγχρονου καπιταλισμού δεν αποτυπώνει μόνο τις τραυματικές εμπειρίες από την πρόσφατη παγκόσμια οικονομική-κοινωνική κρίση (ανεργία, αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, εντεινόμενες ανισότητες). Οι συνέπειες της συστημικής και βαθιάς αυτής κρίσης ανοίγουν ήδη το δρόμο για τη διαμόρφωση νέων αναπτυξιακών δομών στην πραγματική οικονομία και στην απασχόληση, για την ανάδειξη στρατηγικών ρόλων του δημόσιου τομέα και για τη συγκρότηση νέων θεσμικών πλαισίων ιδιωτικής και δημόσιας διακυβέρνησης σε μεικτές οικονομίες της αγοράς. Επιπρόσθετα προβάλλουν νέες προκλήσεις για την καλύτερη κατανόηση και την αποτελεσματική διαχείριση των ευκαιριών και των κινδύνων για την ανθρώπινη ανάπτυξη.
Τέλος αναδύονται νέες προοπτικές παραγωγικών μετασχηματισμών στη βάση διαρθρωτικών γνωσιολογικών και οργανωτικών αλλαγών, μετεξελίξεων ή και ανατροπών στη συγκρότηση συνθηκών πολιτικής-οικονομικής δύναμης.
Στο βιβλίο, μεταξύ άλλων, αναλύονται ζητήματα όπως: |
Ενημερωτικό Δελτίο
|





























Κριτική για το βιβλίο "Trust and Power: Consumers the Modern Corporation, and the Making of the United States Automobile Market" από τον Gary Cross


